Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Το κορίτσι με τα καβουράκια



Το κορίτσι με τα καβουράκια

 Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μέρος δίπλα στη θάλασσα πέρασε το καλοκαίρι του ένα οχτάχρονο κορίτσι. Ένας δυνατός σεισμός είχε διώξει την οικογένειά του από τη μεγάλη πόλη. Με τον τρόμο να σφίγγει την καρδιά του ο πατέρας οδήγησε το αυτοκίνητο μακριά από την τσιμεντούπολη. Σαν η βενζίνη τελείωσε φτάσανε σε ένα μέρος που είχε μόνο θάλασσα και έναν μώλο με έναν τεράστιο κυματοθραύστη. Έδεσε το παλιό φορτηγάκι τους στη μικρή αποθήκη που ανεφοδίαζε με πετρέλαιο τα καράβια. Έγινε η κρεβατοκάμαρα, η κουζίνα, το σαλόνι τους. Ασάλευτο, παροπλισμένο το μπλε όχημα αντάμωνε κάθε είκοσι μέρες και ένα καράβι, σκουριασμένο, ξεβαμμένο που φόρτωνε είτε χαλίκι, είτε σιτάρι για τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η μάνα μαγείρευε στη γκαζιέρα τα ψάρια που ψάρευε ο πατέρας και αν η ψαριά ήταν καλή, τα πουλούσε και έπαιρνε γάλα και ψωμί. Το κορίτσι όλη τη μέρα κυκλοφορούσε ξυπόλυτο. Το αρμυρίκι είχε γίνει ένα με το ηλιοκαμένο του δέρμα. Σκούρα μαλλιά, σκούρα μάτια, σταρένιο δέρμα. Στο βλέμμα κάποιων ήταν ένα γυφτάκι, ένα παρατημένο αλάνι. Φορούσε ένα κόκκινο βρακί με φρουφρού. Που χρήματα για μαγιό, καπέλα, σαγιονάρες και αντηλιακά. Δεν υπήρχαν άλλα παιδιά για να παίξει.Όλη τη μέρα γυρνούσε πάνω στα βράχια με ένα καλάμι στα χέρια και έκανε φίλους της τα κύματα και τα καβουράκια που ξετρύπωναν για να φάνε τους σβώλους που έφτιαχνε με την ψίχα του ψωμιού της. Τα είχε δώσει και ονόματα: ο Μαυρουλής, ο Πιτσιλωτός, ο Ζωηρός, ο Ντροπαλός. Το γνώριζαν καλά το κορίτσι. Σκαρφάλωναν πάνω στα πόδια της, στα χέρια της. Την κοιτούσαν με τα μικροσκοπικά τους μάτια και ακόνιζαν τις δαγκάνες τους σαν να τη χαιρετούσαν. Τα μιλούσε και αυτά άκουγαν με σοβαρότητα. Έλεγε στα καβουράκια τα όνειρά της. Δεν τη διέκοψαν ποτέ. Της έμαθαν, πως η σιωπή πλάθει τα μεγαλύτερα όνειρα. Μιλούσε με τους ναυτικούς και ας μην ήξερε τη γλώσσα τους. "Μύριαμ, Μύριαμ ..." της φώναζαν. Τρίτονις το καράβι, από Σρι Λάνκα είχε έρθει. Σαν έφευγε το κάθε καράβι, σφύριζε με τη μπουρού του δυνατά και το κορίτσι στην άκρη του μώλου του κουνούσε το χέρι "Καλό σου ταξίδι!! Να προσέχεις'' φώναζε με όλη του την ψυχή. Ο αγέρας της μαστίγωνε το πρόσωπο και ο μαύρος βυθός της θάλασσας την καλούσε, έστελνε τα ατίθασα κύματα να ραπίσουν το κορμάκι του. Όμως, αυτό δε φοβόταν. Εκεί στην άκρη τραμπαλιζόταν στον αγέρα και στη θάλασσα. Ένιωθε τη ζωή σε κάθε της ανάσα. Ένιωθε πως άνηκε εκεί και ας ήταν ολομόναχη.'' 29/01/14 Μάρθα Πατλάκουτζα

Καληνύχτα μας. Καληνύχτα καβουράκια όλου του κόσμου.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Μια νότα απαλή, αρμονικά πλεγμένη με μια νότα πάθους, γίνεται ο κόσμος της όλος. Χωράει τον πόνο της, πλάθει τη στιγμή, φυλακίζει την ανάσα της.
(12-12-2012 Μ.Π)
Καλή μας νύχτα!!

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Βιτρίνα Βιβλιοπωλείο Φλωράς (Κουντουριώτου 54-56, Κορυδαλλός)


Η ΖΑΧΑΡΑ ΣΤΗ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ

Ανατολή Ποιμενίδου: "στην Γερμανία δεν εχει αλκυονίδες μέρες. Ο χειμώνας ειναι μουντός. Ειδικά φέτος δεν είχαμε ούτε χιόνι καλά καλά. Με τη Ζαχάρα ήρθε λίγο φως στους γκρίζους ουρανοξύστες της Φρανκφούρτης. Ζέστανε την καρδιά, ξύπνησε ξεχασμένους πόθους."
Στη διπλανή φωτογραφία η Ζαχάρα ταξίδεψε μαζί μου και στην Αυστρία

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΜΕ ΖΑΧΑΡΑ

Ο ήχος της δυνατής βροχής πάνω στις λαμαρίνες του γκαράζ μας ξυπνάει το επόμενο πρωί. Ο καιρός είναι μουντός. Υγρός. Ο Αντώνης σηκώνεται από το κρεβάτι και πλησιάζει ξυπόλητος τη διάφανη τζαμαρία. Τραβάει τις βαριές σκούρες κουρτίνες. Στέκεται γυμνός, απορροφημένος από τις σταγόνες της βροχής, που πέφτουν όλο και πιο δυνατά. Έχει κολλήσει το πρόσωπό του στο τζάμι, θολώνοντάς το με τα χνώτα του.
Νυσταγμένη, ξαπλωμένη στην άκρη του διπλού κρεβατιού. Τεντώνομαι νωχελικά. Παρατηρώ τα καλοσχηματισμένα πόδια του, τις μυώδεις δυνατές του πλάτες, το κορμί του που μοιάζει με άγαλμα, με έναν κούρο. Τα γένια στο πρόσωπο του έχουν αρχίσει να ξαναβγαίνουν προσθέτοντας του μια αρρενωπή αγριάδα. Εκπέμπει έναν πρωτόγονο ερωτισμό. Τα μαλλιά του ανακατεμένα. Έχωνα τα δάχτυλά μου όλη τη νύχτα σε αυτά…
ου τρέχουν από τα μάτια είναι ποτισμένες στην αρμύρα, σ
Η θάλασσα, τα σύννεφα και τα μάτια του έχουν γίνει ένα.
«Μου αρέσει πολύ όταν βρέχει. Είναι ο αγαπημένος μου καιρός. Η βροχή μου ταιριάζει. Δεν με πειράζει κι αν βραχώ…» μουρμουρίζει ο Αντώνης καθώς κοιτάει προσηλωμένος τη βροχή σαν μια ερωμένη που τον πλησιάζει αποφασισμένη να τον κατακτήσει.
Τα δάκρυα μερικές φορές μοιάζουν σα χειμωνιάτικη βροχή. Η βροχή έχει γλυκιά γεύση, όμως οι σταγόνες
παν εκείνη την αρμύρα που θα τον πάρει μακριά μου.
«Μου αρέσει η μυρωδιά της βροχής» συνεχίζει και μετά σωπαίνει. Παρατηρεί τις στάλες της βροχής αποξεχασμένος.
«Σε ποιον κόσμο ταξιδεύεις;» τον ρωτώ απαλά.
βόλτα;» σταθμίζει τις διαθέσεις μου.
«Θα το αντέξεις;» του λέω με βραχνή, ερεθισμ
«Στον δικό μου και είμαι μια χαρά. Να σε πάω
ένη φωνή, ενώ νιώθω το κορμί μου να καίγεται.
«Άνετα!»
ρωτοβουλία
Τα σύννεφα χαμηλώνουν κι ένα απόκοσμο γκρίζο φως καλύπτει τα πάντα. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Ηλεκτρισμένη. Αστραπές σκίζουν τον ορίζοντα. Ακούγονται υπόκωφα μπουμπουνητά. Η καταιγίδα πλησιάζει. Με πλησιάζει. Είναι η δική μου καταιγίδα. Περιμένω το ξέσπασμά του, βροχή ορμητική που πέφτει πάνω μου θυμωμένη και δυνατή Καλό Σαββατοκύριακο, με Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς, εκδ Ελληνική
Π

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

"Η ζωή συνεχίζεται…αφηγείται τα δικά της παραμύθια και οι άνθρωποι κουτοί τα περνούν για αλήθεια. Μια ανάσα είναι η ζωή, βαθιά ή βιαστική, τόσο κρατάει…''(20/01/14)