Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

''Πάλι εσύ κι εγώ κυρά μοναξιά μου.
Μαζί τα περάσαμε όλα.
Στην αγάπη και στο μίσος παρούσα.
Προδοσία καμιά.
Μοναδική η δική σου αγκαλιά....

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΟΤΑΝ ΚΑΤΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ...

Είναι κάτι δρόμοι που παίρνει η ψυχή σου και νιώθεις να τρελαίνεσαι. Ανήλιαγοι και σκοτεινοί. Ψάχνεις για μια φωνή να σου δείξει το δρόμο. Ψάχνεις και ψάχνεις στα αδιέξοδα, που έχουν στήσει μέσα σου οι άλλοι για σένα. -Εδώ είμαι. Πάντα θα είμαι εδώ. -Γιατί δε σε βλέπω; - Μα δε θέλεις να δεις εσένα. Ζεις για τους άλλους. Ζήσε για σένα. Αυτό σου ζητώ και θα με δεις." (5/02/14 Μ.Π όταν κάτι τελειώνει)

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ



Κατηφορίζει τον κεντρικό δρόμο της πόλης ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ένας παππούς και μια γιαγιά. Ζάρες βαθιές στα πρόσωπα τους. Ατελείωτες. Είναι τα τσακίσματα του χρόνου που δεν χαρίζεται σε κανέναν.
Καμπουριασμένα τα κορμιά τους.
Μάτια γαλήνια και βλέμματα που κουβαλούν το βαρύ φορτίο των όσων έχουν δει στην πορεία της ζωής τους.
Έχει και σήμερα παγωνιά. Ντυμένοι και οι δυο με φτωχικά βαριά παλτό μιας άλλης εποχής, με σκουφιά πολυκαιρισμένα στα κεφάλια και μάλλινα κασκόλ τυλιγμένα γύρω από το λαιμό τους. Βαστούν στα χέρια τους από ένα μπαστούνι, η γιαγιά στο δεξί χέρι και ο παππούς στο αριστερό. Σε αυτά στηρίζουν τα γέρικα βήματά τους. Σκυφτοί προσέχουν μόνο τα τσιμέντα που πατούν.
Τους αντικρίζεις και νιώθεις πως ακόμα βαστιούνται σφιχτά από το χέρι. Δεν είναι ο παππούς και η γιαγιά, αλλά το παλικάρι που βαστά από το χέρι την αγάπη της ζωής του. Βηματίζουν στο ίδιο τέμπο, δεξί, αριστερό και πάλι δεξί. Συντονισμένοι στις σκέψεις και στις έγνοιες. Συντονισμένοι και οι ήχοι των μπαστουνιών τους.
Της μιλάει σιγανά, απαλά, τρυφερά.
Του χαμογελά λοξά και του απαντά με νάζι.
Διαμαρτύρεται αυτός χαμογελαστός. Έχει μάθει στις γυναίκες δεν πάνε κόντρα, όταν διεκδικούν το δίκιο τους.
Σταματάει ο παππούς μπροστά σε έναν κάδο σκουπιδιών. Σταματά για λίγο και η γιαγιά. Ανοίγει το καπάκι του. Τον κοιτά βιαστικά.
"Άδειος" λέει ο ηλικιωμένος άντρας.
"Πάμε παρακάτω" του απαντά η ηλικιωμένη γυναίκα ήρεμα, σαν να έχει συνηθίσει στη ζωή της να ψάχνει στα σκουπίδια των άλλων, των δικών μας.
Συνεχίζουν στον δικό τους ησυχαστικό, πράο ρυθμό.
Συνεχίζουν να προχωρούν στωικά.
Οι μορφές τους έσβησαν. Το φως λιγόστεψε...
(όχι μόνο κυριολεκτικά)
(03/02/14 Μ.Π.)

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

ΖΑΧΑΡΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Έδωσα αγάπη.
Η αγάπη στέρεψε.
Πήρα προδοσία και ήρθα αντιμέτωπη με παγωμένες ψυχές.
Πλήγωσα και με πλήγωσαν.
Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν. Μένω μόνη μου από επιλογή. Δεν κουβαλώ την ψυχή κανενός ως αποσκευή, εκτός ίσως από την ψυχή του Αντώνη. Αυτό που οι άλλοι αποκαλούν «μοναξιά» και δεν τους αρέσει... εγώ το αποκαλώ «ελευθερία» και το απολαμβάνω.
Ο αγώνας δεν τελειώνει όταν χάνεις, αλλά όταν τα παρατάς! Κι εγώ δεν θέλω να τα παρατήσω. Σε ένα σάκο ρίχνω ένα χαμόγελο, μια ιδέα ζωής και μια δόση γαλήνης. Προχωρώ σε ένα νέο απάτητο δρόμο... που οδηγεί στο άγνωστο. Δε φοβάμαι πια. Τα βήματα μου από αργά γίνονται γοργά, σίγουρα, σταθερά. Στο τέλος του δρόμου με περιμένει εκείνος. Αφού δεν μπορώ να τρέξω με τα πόδια, τρέχω με το μυαλό.

Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς, εκδ. Ελληνική Πρωτοβουλία

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα κατάλευκος μέρος η βασίλισσα με τα πράσινα. Η Αυτού Μεγαλειοτάτη Ζήλια παρακολουθούσε τα πάντα με άγρυπνο μάτι. Η μοίρα και νονά της, τη βάφτισε και της έδωκε το όνομα ΖΗΛΕΥΤΗ.
Αλλά, γιατί πάντα στη ζωή και στα παραμύθια υπάρχει ένα αλλά, δεν ήταν ικανοποιημένη με αυτά που είχε στη ζωή της, ομορφιά και έναν πρίγκιπα να την αγαπάει. (ο πρίγκηπας ίσως να ήταν και ελαττωματικός, άγνωστες οι βουλέ του Κυρίου).
"Α αυτό που έκανε η Μαρίκα, μπορώ να το κάνω κι εγώ καλύτερα!!" αυτό πάντα έλεγε για ότι έκαναν οι φιλενάδες της. Και το έκανε. Μίμηση και ταύτιση το ονομάζει η επιστήμη της Ψυχολογίας, αναφερόμενη στο φαινόμενο κατά την παιδική ηλικία. Στην ενήλικη ζωή ...το είπαν ψωροζήλεια.
Φυσικά είχε απομείνη μόνη.
(Το φυσικά πάει στο ότι οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν πως δεν τα καταλαβαίνουν όλα, αλλά έχουν νιονιό και ας μην το δείχνουν)
Τι δεν καταλαβαίνεις Ζηλευτή μου;
(1/02/14 Μ.Π......ίσως και να γίνει το παραμύθι της ζωής μου)

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η ΖΑΧΑΡΑ ΚΑΙ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Από Αφροδίτη Δρακοπούλου Αργυράκη : ΕΧΕΙ ΘΥΕΛΛΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΒΡΟΧΗ ΑΝΕΜΟ ΚΙ ΑΛΛΟΤΕ ΗΛΙΟ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΟ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΚΡΑΤΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΖΑΧΑΡΑ Η ΘΥΕΛΛΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ ΣΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΜΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΠΕΤΑΩ ΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ ΚΑΙ ΑΦΗΝΟΜΑΙ ΚΑΙ ΒΡΕΧΟΜΑΙ ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΟΧΗ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΣΥΝΑΝΤΙΟΜΑΣΤΕ ΓΝΩΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΔΕ ΜΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ ΑΣ ΕΧΕΙ ΘΥΕΛΛΑ....

Το κορίτσι με τα καβουράκια



Το κορίτσι με τα καβουράκια

 Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μέρος δίπλα στη θάλασσα πέρασε το καλοκαίρι του ένα οχτάχρονο κορίτσι. Ένας δυνατός σεισμός είχε διώξει την οικογένειά του από τη μεγάλη πόλη. Με τον τρόμο να σφίγγει την καρδιά του ο πατέρας οδήγησε το αυτοκίνητο μακριά από την τσιμεντούπολη. Σαν η βενζίνη τελείωσε φτάσανε σε ένα μέρος που είχε μόνο θάλασσα και έναν μώλο με έναν τεράστιο κυματοθραύστη. Έδεσε το παλιό φορτηγάκι τους στη μικρή αποθήκη που ανεφοδίαζε με πετρέλαιο τα καράβια. Έγινε η κρεβατοκάμαρα, η κουζίνα, το σαλόνι τους. Ασάλευτο, παροπλισμένο το μπλε όχημα αντάμωνε κάθε είκοσι μέρες και ένα καράβι, σκουριασμένο, ξεβαμμένο που φόρτωνε είτε χαλίκι, είτε σιτάρι για τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η μάνα μαγείρευε στη γκαζιέρα τα ψάρια που ψάρευε ο πατέρας και αν η ψαριά ήταν καλή, τα πουλούσε και έπαιρνε γάλα και ψωμί. Το κορίτσι όλη τη μέρα κυκλοφορούσε ξυπόλυτο. Το αρμυρίκι είχε γίνει ένα με το ηλιοκαμένο του δέρμα. Σκούρα μαλλιά, σκούρα μάτια, σταρένιο δέρμα. Στο βλέμμα κάποιων ήταν ένα γυφτάκι, ένα παρατημένο αλάνι. Φορούσε ένα κόκκινο βρακί με φρουφρού. Που χρήματα για μαγιό, καπέλα, σαγιονάρες και αντηλιακά. Δεν υπήρχαν άλλα παιδιά για να παίξει.Όλη τη μέρα γυρνούσε πάνω στα βράχια με ένα καλάμι στα χέρια και έκανε φίλους της τα κύματα και τα καβουράκια που ξετρύπωναν για να φάνε τους σβώλους που έφτιαχνε με την ψίχα του ψωμιού της. Τα είχε δώσει και ονόματα: ο Μαυρουλής, ο Πιτσιλωτός, ο Ζωηρός, ο Ντροπαλός. Το γνώριζαν καλά το κορίτσι. Σκαρφάλωναν πάνω στα πόδια της, στα χέρια της. Την κοιτούσαν με τα μικροσκοπικά τους μάτια και ακόνιζαν τις δαγκάνες τους σαν να τη χαιρετούσαν. Τα μιλούσε και αυτά άκουγαν με σοβαρότητα. Έλεγε στα καβουράκια τα όνειρά της. Δεν τη διέκοψαν ποτέ. Της έμαθαν, πως η σιωπή πλάθει τα μεγαλύτερα όνειρα. Μιλούσε με τους ναυτικούς και ας μην ήξερε τη γλώσσα τους. "Μύριαμ, Μύριαμ ..." της φώναζαν. Τρίτονις το καράβι, από Σρι Λάνκα είχε έρθει. Σαν έφευγε το κάθε καράβι, σφύριζε με τη μπουρού του δυνατά και το κορίτσι στην άκρη του μώλου του κουνούσε το χέρι "Καλό σου ταξίδι!! Να προσέχεις'' φώναζε με όλη του την ψυχή. Ο αγέρας της μαστίγωνε το πρόσωπο και ο μαύρος βυθός της θάλασσας την καλούσε, έστελνε τα ατίθασα κύματα να ραπίσουν το κορμάκι του. Όμως, αυτό δε φοβόταν. Εκεί στην άκρη τραμπαλιζόταν στον αγέρα και στη θάλασσα. Ένιωθε τη ζωή σε κάθε της ανάσα. Ένιωθε πως άνηκε εκεί και ας ήταν ολομόναχη.'' 29/01/14 Μάρθα Πατλάκουτζα

Καληνύχτα μας. Καληνύχτα καβουράκια όλου του κόσμου.