Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

ΠΑΛΕΥΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

"Παλεύω μαζί σου. Σου μιλώ. Είσαι εκεί. Με ακούς και σιγείς. Ματώνεις. Αλλά πάλι μέσα σου είμαι. Γιατί εσύ, είμαι εγώ. Δε γυρεύω απαντήσεις. Ψάχνω εσένα, για να βρω εμένα. Έτσι, θέλω να ζω. Να παλεύω με το εγώ.'' 10/02/14 Μ.Π.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Όνειρα δίχως όρια... καλή μας νύχτα.

''Κορίτσι μου'' δυο λέξεις και τα πάντα αλλάζουν.
Δεν είμαι πια η άγνωστη, η ξένη, η ανεπιθύμητη.
Δεν τα πας καλά με τις λέξεις. Πριν ακόμα φύγουν από τα χείλη σου,
έχεις μετανιώσει.
Κάθε λέξη είναι και μια αλυσίδα.
Κι εσύ ποθείς την ελευθερία.
Ποθείς να πετάς με τη βροχή.
Θέλεις να τα ζήσεις όλα.
Δεν χορταίνεις να ζεις.
Δεν γνωρίζεις από όρια...
Μα τα όριά σου είσαι ΕΣΥ.''
(7/02/14 Μ.Π.)

ΖΑΧΑΡΑ Η ΘΥΕΛΛΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Απόγευμα πήραμε το δρόμο της επιστροφής με το πλοίο για την Ελλάδα. Ανέβηκα στο κατάστρωμα. Είχαμε απομακρυνθεί από τις ακτές. Ο ήλιος έδυε. Βουτούσε με μεγαλοπρέπεια στη θάλασσα. Ο ορίζοντας βαφόταν κόκκινος. Το πλοίο λικνιζόταν άλλοτε απαλά κι άλλοτε βίαια από το φύσημα του αέρα που δυνάμωνε. Πίσω μας χάνονταν οι ιταλικές ακτές της Απουλίας, έσβηνε ο ήλιος στο λιμάνι του Μπάρι. Συνέχισα να ανεβαίνω τα μεταλλικά σκαλιά, σκουριασμένα και ταλαιπωρημένα από την αλμύρα της θάλασσας.
Στάθηκα δίπλα στην καμπίνα πλοήγησης. Η πόρτα άνοιξε. Ο καπετάνιος, ασπρομάλλης, με γκρίζα μάτια και άσπρα γένια με πλησίασε σιωπηλός. Ξερακιανός, έμοιαζε αποξηραμένος, φαινόταν αγουροξυπνημένος. Στο μέτωπό του τρεις βαθιές χαραματιές -ρυτίδες πρέπει να ’ταν-. Κοιταχτήκαμε για λίγο και χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα αφήσαμε τα βλέμματά μας να χαθούν στο πανηγύρι των χρωμάτων. Αμίλητοι μείναμε για ώρα χαμένοι στην ομορφιά της στιγμής. Έγειρα στην σιδερένια κουπαστή. Κρύα και υγρή. Ο θαλασσινός άνεμος όλο και δυνάμωνε, μαστίγωνε το πρόσωπό μου. Το καράβι άφηνε έναν τρανταχτό παφλασμό, καθώς κατακτούσε περήφανα τα κύματα που άφριζαν στο πέρασμά του.
Τα πρώτα φώτα άρχισαν να ανάβουν στις ακτές, αστεράκια μακρινά λαμπύριζαν στη μουχρή στεριά. Χλώμιαζαν, έσβηναν καθώς φεύγαμε μακριά τους. Σκέφτηκα πως αξίζει να ζεις, για να βλέπεις τη μέρα να φεύγει έτσι! Να φεύγει μέσα στην ομορφιά
Η φωνή της σβήνει, δύει απορροφημένη στο παρελθόν. Θέλω να τη ρωτήσω ποιοι άνθρωποι αποτελούσαν το δικό της «εμείς», όμως διστάζω. Διαισθάνομαι πως έχει θάψει επιλεκτικά κάποια κομμάτια από το παζλ των αναμνήσεών της.
Τι μπορεί άραγε να έχω θάψει κι εγώ μέσα μου; Αναμνήσεις; Εμπειρίες; Επιθυμίες; Ανάγκες; Κάποιο χάρισμα; Τον ίδιο μου τον εαυτό! Γιατί όμως το έχω κάνει; Γιατί… θέλω να 
ηθώ αργότερα με αυτό που ταλανίζει τον Αντώνη και μένα, αυτήν τηνξεχάσω! Θέλω να το προσπεράσω, να μην το αντιμετωπίσω, να ασχολ τεράστια απόσταση ανάμεσά μας. Ποτέ δε δώσαμε όνομα σε αυτό που έχουμε, δεν αυτοπεριοριστήκαμε σε κλισέ καταστάσεις. «Σχέση», «δεσμός», όλα ακούγονται τόσο λίγα. Ή μπορεί να είναι και υπερβολές ενός ρομαντικού εγωισμού.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

''Πάλι εσύ κι εγώ κυρά μοναξιά μου.
Μαζί τα περάσαμε όλα.
Στην αγάπη και στο μίσος παρούσα.
Προδοσία καμιά.
Μοναδική η δική σου αγκαλιά....

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΟΤΑΝ ΚΑΤΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ...

Είναι κάτι δρόμοι που παίρνει η ψυχή σου και νιώθεις να τρελαίνεσαι. Ανήλιαγοι και σκοτεινοί. Ψάχνεις για μια φωνή να σου δείξει το δρόμο. Ψάχνεις και ψάχνεις στα αδιέξοδα, που έχουν στήσει μέσα σου οι άλλοι για σένα. -Εδώ είμαι. Πάντα θα είμαι εδώ. -Γιατί δε σε βλέπω; - Μα δε θέλεις να δεις εσένα. Ζεις για τους άλλους. Ζήσε για σένα. Αυτό σου ζητώ και θα με δεις." (5/02/14 Μ.Π όταν κάτι τελειώνει)

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ



Κατηφορίζει τον κεντρικό δρόμο της πόλης ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ένας παππούς και μια γιαγιά. Ζάρες βαθιές στα πρόσωπα τους. Ατελείωτες. Είναι τα τσακίσματα του χρόνου που δεν χαρίζεται σε κανέναν.
Καμπουριασμένα τα κορμιά τους.
Μάτια γαλήνια και βλέμματα που κουβαλούν το βαρύ φορτίο των όσων έχουν δει στην πορεία της ζωής τους.
Έχει και σήμερα παγωνιά. Ντυμένοι και οι δυο με φτωχικά βαριά παλτό μιας άλλης εποχής, με σκουφιά πολυκαιρισμένα στα κεφάλια και μάλλινα κασκόλ τυλιγμένα γύρω από το λαιμό τους. Βαστούν στα χέρια τους από ένα μπαστούνι, η γιαγιά στο δεξί χέρι και ο παππούς στο αριστερό. Σε αυτά στηρίζουν τα γέρικα βήματά τους. Σκυφτοί προσέχουν μόνο τα τσιμέντα που πατούν.
Τους αντικρίζεις και νιώθεις πως ακόμα βαστιούνται σφιχτά από το χέρι. Δεν είναι ο παππούς και η γιαγιά, αλλά το παλικάρι που βαστά από το χέρι την αγάπη της ζωής του. Βηματίζουν στο ίδιο τέμπο, δεξί, αριστερό και πάλι δεξί. Συντονισμένοι στις σκέψεις και στις έγνοιες. Συντονισμένοι και οι ήχοι των μπαστουνιών τους.
Της μιλάει σιγανά, απαλά, τρυφερά.
Του χαμογελά λοξά και του απαντά με νάζι.
Διαμαρτύρεται αυτός χαμογελαστός. Έχει μάθει στις γυναίκες δεν πάνε κόντρα, όταν διεκδικούν το δίκιο τους.
Σταματάει ο παππούς μπροστά σε έναν κάδο σκουπιδιών. Σταματά για λίγο και η γιαγιά. Ανοίγει το καπάκι του. Τον κοιτά βιαστικά.
"Άδειος" λέει ο ηλικιωμένος άντρας.
"Πάμε παρακάτω" του απαντά η ηλικιωμένη γυναίκα ήρεμα, σαν να έχει συνηθίσει στη ζωή της να ψάχνει στα σκουπίδια των άλλων, των δικών μας.
Συνεχίζουν στον δικό τους ησυχαστικό, πράο ρυθμό.
Συνεχίζουν να προχωρούν στωικά.
Οι μορφές τους έσβησαν. Το φως λιγόστεψε...
(όχι μόνο κυριολεκτικά)
(03/02/14 Μ.Π.)